μουγκρητό

μουγκρητό

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "μουγκρητό" в других словарях:

  • μουγκρητό — και μουγγρητό, το 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μουγκρίζω, κραυγή θηρίου ή κατοικίδιου ζώου και ιδίως βοδιού ή αγελάδας, μυκηθμός, μουκάνισμα 2. (για πρόσωπα) γοερή και σπαρακτική κραυγή πόνου, ούρλιασμα, οιμωγή 3. (για τη θάλασσα) βοή,… …   Dictionary of Greek

  • μουγκρητό — το 1. δυνατή φωνή θηρίου, μούγκρισμα, μυκηθμός, βρυχηθμός: Τις νύχτες άκουγε μουγκρητά από το δάσος. 2. μτφ., άγρια φωνή ανθρώπου που βγαίνει από το λάρυγγα με κλειστό στόμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μουγγρητό — το βλ. μουγκρητό …   Dictionary of Greek

  • μουγκαλισματιά — η 1. (για ζώα) μουγκρητό, μυκηθμός 2. (για ανθρώπους) δυνατό βογγητό πόνου, μούγκρισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μουγκάλισμα, ατος + κατάλ. ιά (πρβλ. καψιματ ιά, λαβωματ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • μουγκανητό — το μουγκρητό, μυκηθμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μουγκανίζω + κατάλ. ητό (πρβλ. μουγκρ ητό, νιαουρ ητό)] …   Dictionary of Greek

  • μουγκηματιά — μουγκηματιά, ἡ (Μ) 1. μυκηθμός, μουγκρητό 2. (γενικά) παρατεταμένη υπόκωφη φωνή ζώου. [ΕΤΥΜΟΛ. < *μούγκημα, ατος (< μουγκοῦμαι) + κατάλ. ιά (πρβλ. καψιματ ιά, λαβωματ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • μουγκρισμός — και μουγγρισμός, ο (Μ μουγκρισμός και μογκρισμός) [μουγκρίζω] μούγκρισμα, μουγκρητό («και με μεγάλην ταραχήν και μουγκρισμόν ομάδι», Ερωτόκρ.) …   Dictionary of Greek

  • μούγκρισμα — και μούγγρισμα, το (Μ μούγκρισμα) [μουγκρίζω] μουγκρητό, μουγκανητό, βρυχηθμός …   Dictionary of Greek

  • μυκηδόν — (Α) επίρρ. με μυκηθμούς, με μουγκρητό, μουγκρίζοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυκῶμαι «μουγκρίζω» + επιρρμ. κατάλ. ηδόν (πρβλ. βαθμ ηδόν)] …   Dictionary of Greek

  • μυκώμαι — (ΑΜ μυκῶμαι, άομαι, Α και μύκομαι) 1. (κυρίως για τα βοοειδή) εκβάλλω μυκηθμό, μουγκρίζω, μουκανίζω («μόσχοι σὺν κεραῇσιν ἐμυκήσαντο βόεσσι», Θεόκρ.) 2. (για άψυχα) εκβάλλω υπόκωφο και παρατεταμένο ήχο, βοώ, βουίζω (α. «η θάλασσα... μυκάται… …   Dictionary of Greek

  • μούγκρισμα — το, ατος μουγκρητό, δυνατή και άγρια φωνή, βρυχηθμός: Τα βόδια συνεννοούνται με μουγκρίσματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»